Skip to content

Το τρόπαιο…

by στο 11/01/2015

trophyΑπό μικρός έτρεχε στα βουνά μαζί με τον κυνηγό πατέρα του ο Λιάς. Και σαν έκλεισε τα δεκαοχτώ, πριν καν βγάλει δίπλωμα για το μηχανάκι του, πήγε κι έβγαλε την άδεια του κυνηγού. Είχε ‘ρθεί , θυμάμαι, και μου ζήτησε να τον βοηθήσω με την ύλη των εξετάσεων, «όχι πως μου φάνηκε δύσκολη μα μήπως κρύβει καμιά παγίδα».

Είχα γελάσει με την αγωνία του και του ‘χα δώσει θάρρος λέγοντάς του πως θα εξεταστεί σε πράγματα που ήδη γνωρίζει, αφού τόσα χρόνια μάθαινε από τον καλύτερο δάσκαλο. «Αυτό ακριβώς με αγχώνει», μού ‘χε πεί. «Μήπως δεν τα καταφέρω με την πρώτη και ρεζιλέψω το δάσκαλο»…

Μα οι εξετάσεις πήγανε καλά, την άδεια την πήρε με την πρώτη και το γλέντησε κερνώντας στο καφενείο, σαν να ‘χε πάρει το πτυχίο του πανεπιστημίου…

Ύστερα άρχισε η διαδικασία ανεξαρτητοποίησης από τον μέντορα. Κάσα στο μηχανάκι για τη σκυλίτσα που ετοίμαζε από πριν και που του βγήκε διαμάντι, αποχή από ξενύχτια, παρέες κι εξόδους, ώστε να εξοικονομηθεί το ποσό  για την αγορά του ονειρεμένου επάλληλου, συχνές – κι όλο πιό πυκνές οι «σόλο» βόλτες στο βουνό, σύντομα ήρθε κι η μέρα που πήρε τον πρώτο του λαγό,  χωρίς τον πατέρα, χωρίς τον δάσκαλο, χωρίς παρέα, μόνος αυτός κι η Ρίτα του…

Τον κοτσάρισε λοιπόν πάνω στο σκυλόκουτο, που με πολύ μεράκι είχε κατασκευάσει και που είχε στείλει το κέντρο βάρους, άρα και την ευστάθεια της μηχανής σ’ άγνωστους τόπους κι άρχισε τις βόλτες γύρω – γύρω στο χωριό, έτσι που να μάθουν όλοι για το κατόρθωμά του…

-Κι αν δεν τον καμάρωσες αυτόν  τον λαγό, Λιάκο. Άντε τώρα, βάλτονε στο ψυγείο, γιατί στο τέλος θα τον βρωμίσεις όπως πάς, τον πείραξα καθώς πέρναγε για πολλοστή φορά μπροστά από τον καφενέ. Γελώντας έγνεψε «ναι» και, τραβώντας για το σπίτι,  μού ‘κανε νόημα πως θα γυρίσει, να τον περιμένω…

Αναψοκοκκινισμένος, καμαρωτός και κανα – δυό μπόγια ψηλότερος εμφανίστηκε με τα πόδια κάνα μισάωρο αργότερα…

-Άργησες βρε Λιά, τι έκανες τόση ώρα, τον μοιρολογούσες;

-Έ, να τακτοποιήσω το λαγό, να φροντίσω το σκυλί, ν’ ανεβάσω τις φωτογραφίες στο facebook… τι είναι να περάσει η ώρα; Θα κεράσω τσιπουράκι όμως, να ξεχάσεις την αργοπόρια μου…

Κάπου ανάμεσα στο δεύτερο και τρίτο ποτηράκι, ξανάφερα την κουβέντα, όσο μπορούσα μαλακά και με τρόπο, μη τυχόν και τον προσβάλλω:

-Και τις φωτογραφίες στο διαδίκτυο τι τις ήθελες, βρε Λιά; Τόσο μεγάλο κατόρθωμα το θεωρείς, που πρέπει να το μάθει όλος ο κόσμος;

-Να, τώρα θα ξανακούσω τα ίδια. Κι ο πατέρας μου αυτό μου έλεγε και πιάσαμε την κουβέντα, γι’ αυτό άργησα πιό πολύ.

-Έμ, καλά σού ΄λεγε. Η πολλή φιγούρα καταντάει κοροϊδιλίκι. Θαρρείς και δεν ξαναβάρεσες λαγό κάνεις…

-Άκου να σου πω κυρ – Γιώργο. Δεν είναι ο πρώτος, μα είναι ο πρώτος ΜΟΥ! Λαγούς βάρεσα κι άλλους, πότε με τον πατέρα μου, πότε με το μπάρμπα μου και μαζί σου πήρα εκείνο το θεριό, στις καινουργιές, θυμάσαι; Μα τούτος ήτανε ο πρώτος που πήρα μόνος μου, με το Ριτάκι. Το χάρηκα, το πανηγύρισα, το γλεντάω. Τι το κακό βλέπετε και πέσατε να με φάτε, σάμπως κι έκαμα κάποιο έγκλημα;

-Έγκλημα δεν έκαμες, αγόρι μου, μα και καλό δεν είναι. Η πολλή φιγούρα εκμηδενίζει την πραγματική αξία της επιτυχίας. Κι εκείνο το ρημάδι το facebook τι το ‘θελες; Θα σου πούνε μπράβο οι πέντε φίλοι σου που είναι κυνηγοί και ξέρουν τι σημαίνει για ‘σένα κι όλοι οι υπόλοιποι, που δεν είναι κυνηγοί και που δεν ξέρουν, θα σε λένε φονιά. Σ’ αρέσει να σε λένε φονιά οι άσχετοι;

-Κάτσε να σου πω. Εμένα στην παρέα μου δεν είμαστε όλοι κυνηγοί…

Ο ένας είναι ψαράς. Πάει λοιπόν και ξημεροβραδιάζεται στις θάλασσες και τα ποτάμια, μ’ ένα καλάμι στο χέρι και σαν κάνει πως πιάσει κάνα ψαράκι, ακόμα κι αν αυτό είναι μικρότερο απ’ το δόλωμα που είχε βάλει, δώστου οι φωτογραφίες στο facebook και να τα «μπράβο» και τα «ζήτω» και «καλοφάγωτο» και «πότε θα μας κάνεις το τραπέζι» και κανείς, ποτέ φονιά δεν τον είπε…

Ο άλλος είναι μοτοκροσσάς, εντουράς, πως το λένε. Καβαλάει το μηχανάκι και πάει και κωλοχτυπιέται στα κατσάβραχα και κάνει κάτι άλματα, θαρρείς και θέλει να φτάσει στο Θεό κι όλοι μπράβο του λένε. Ακόμα κι όταν τσακίστηκε κι έκαμε τα μούτρα του παζάρι, με τις γάζες και τους γύψους φωτογραφίες ανέβαζε κι όλοι «μπράβο» του λέγανε.

Ο τρίτος είναι ψωνισμένος με το αμάξι του το γλήγορο. Και κάθε φιλτροχοάνη, μπουροεξάτμιση, κάθε «βελτιωμένη» βίδα που του βάζει, πριν καν το δοκιμάσει αν περπατά, στο ίντερνετ το ανεβάζει. Και βγαίνει στο δρόμο με τον «πύραυλο» που σκούζει και ουρλιάζει και τρομάζει τον κόσμο… κι αυτουνού «μπράβο» του γράφουνε στο φέις.

Αμ ο άλλος; Πού ‘χει για χόμπι τα θηλυκά; Είναι κι ομορφόπαιδο, έχει και παράδες ο μπαμπάς, κάθε τρείς και λίγο καινούργιο «αίσθημα». Και να οι αγκαλίτσες και να τα φιλάκια και να οι φωτογραφίες στο facebook…  Κι αυτουνού του απατεώνα, που κοροϊδεύει τα κορίτσια του κόσμου και τα κάνει τρόπαια, «like» του πατάνε, ως και τ’ αδέρφια τους!

Και θα με νοιάξει εμένα κυρ – Γιώργη μου, που θα με πούνε φονιά οι άσχετοι;  Να πάνε να κουρεύονται οι άσχετοι. Τόσο ξέρουν, τόσο λεν. Έτσι είναι τα πράματα σήμερα για μας τους πιτσιρικάδες. Το ίντερνετ είναι το καφενείο μας. Εκεί βρισκόμαστε, εκεί τα λέμε. Δεν είναι φιγούρα η φωτογραφία. Είναι δήλωση ότι είμαι αυτός, κάνω αυτό, πέρασα καλά, είμαι καλά… τέτοια πράματα. Ο καθένας καμαρώνει γι’ αυτό που αγαπάει, για ότι πετυχαίνει. Όποιον τονε πειράζει που είμαι κυνηγός, να πάει να ρίξει μια ματιά στα στέκια των ναρκομανών, που εγώ δεν θα γίνω ποτέ. Κι όποιος ενοχλείται απ’ τη φωτογραφία του, με κόπο, στέρηση και ιδρώτα, σκοτωμένου λαγού μου, να πάει να ρίξει μια ματιά στις φωτογραφίες που ανεβάζουν οι παιδόφιλοι. Κι όποιος θέλει να μάθει τι είναι αυτό που μ’ αρέσει στο κυνήγι, ας έρθει ένα πρωί, ξημέρωμα στο βουνό, ν’ ακούσει το πρώτο κλαφούνισμα της Ρίτας στον ντορό, ν’ ακούσει το τσίριγμα στη δίωξη, να δει πως γίνεται κι άμα δεν του αρέσουν όλα αυτά, γιατρούς έχει, ας πάει να κοιταχτεί…

Τι να πείς σ’ ένα δεκαοκτάχρονο που κάνει ότι του ‘μαθε ο γονιός του, που το ‘μαθε απ’ το δικό του γονιό κι εκείνος απ’ το δικό του, που ζει σ’ ένα χωριό του Έβρου, που αγαπά τη φύση κι ακολουθεί τη φύση του και καμαρώνει με το δικό του τρόπο –όσο κι αν αυτός δεν ταιριάζει στα πρέπει μας- αυτό που θεωρεί –δίκαια για μένα, άδικα ίσως για κάποιον άλλο- επιτυχία;

Πριν τέσσερα – πέντε χρόνια έγινε τούτη η κουβέντα. Στο μεταξύ ο Ηλίας αρραβωνιάστηκε, έκανε το στρατιωτικό του και παρ’ όλο που μπορούσε να μείνει στο στρατό δεν το ‘κανε, παρά γύρισε στο χωριό να δουλέψει τα χωράφια. Δεν το είπε ποτέ, μα είμαι σίγουρος πως σημαντικό ρόλο στην απόφασή του αυτή έπαιξε η αγάπη του για το κυνήγι. Σήμερα είναι ένας απ’ τους καλύτερους λαγάδες της περιοχής κι η Ρίτα περιζήτητη νύφη στις παρέες τους…

Η ανάμνηση ήρθε, παρακολουθώντας ένα καυγά μεταξύ κυνηγών στο facebook, σχετικά με την επίδειξη των θηραμάτων και κατά πόσο η πρακτική αυτή είναι σωστή. Βροχή τα επιχειρήματα τόσο από τους «εικονολάτρες» όσο και από τους «εικονομάχους» των κυνηγετικών διαδικτυακών ομάδων. Και θα επανέλθουμε στο θέμα, πιο σοβαρά, γιατί πιστεύω πως σηκώνει πολλή κουβέντα.

Μέχρι τότε, καλή χρονιά, συνάδελφοι. Εύχομαι υγεία και ευτυχία σε όλους σας και τις οικογένειές σας και να περνάμε όλοι μας καλά στις κυνηγετικές μας εξορμήσεις, ανεξάρτητα από την κάρπωση, το τρόπαιο, την καλώς ή κακώς εννοούμενη επίδειξη.

Χρόνια πολλά, καλά κι ευτυχισμένα.

Γιώργος Κ. Αποστολόπουλος

evrodelta@gmail.com

Advertisements
Σχολιάστε

Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφού εγκριθεί και εφόσον δεν περιέχει υβριστικά σχόλια και αυθαίρετους χαρακτηρισμούς.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: