Skip to content

Ο αρχηγός των Ελλήνων…

by στο 02/01/2015

10559819_10202495940880008_1278322436686347355_n

Στεκόταν όρθιος πάνω στο πατάρι που είχε φτιάξει μπροστά στην καλύβα για να δένει τη βάρκα του, μισό πιασμένο στη στεριά, το υπόλοιπο καρφωμένο μέσα στο ποτάμι, κοιτάζοντας  πίσω απ’ τα ψηλά καλάμια την αντιφεγγιά από τα φώτα της Αίνου. Κορμί αντρίκιο, καλοστημένο, ψημένο στους αέρηδες του βάλτου και τις αλμύρες της θάλασσας. Γεροδεμένος, ψηλός, όμορφος άντρας. Ανάριο το μαλλί μπροστά, κοντό κομμένο πίσω, να ταιριάζει.  Στο πρόσωπό του είχε θυμό, μα το βλέμμα, που πλανιόταν κάπου μακρύτερα από τα φώτα, ήταν ήρεμο, απαλό. Σαν ν’ αναπολούσε κάτι όμορφο, σαν τη μάνα που σκέφτεται το ξενιτεμένο της παιδί…

Σούρουπο φθινοπωρινό, δυό – τρείς μέρες μετά την έναρξη του κυνηγιού. Καιρός γλυκός, αεράκι ούτε για δείγμα. Μόνος ήχος τα νερά του ποταμού, που τράβαγαν το δρόμο για τη θάλασσα, ήρεμα κι αυτά, θαρρείς και ξέρανε πως το ταξίδι τέλειωσε, πως σε κανα – δυό μίλια φτάνουν στον προορισμό τους…10887180_10202495941320019_8355943731566846527_o

Δεν είχαμε ανάψει τη γεννήτρια, δεν θέλαμε τη φασαρία. Καθόμασταν στο φως μιάς γκαζόλαμπας, έξω απ’ την καλύβα, σ’ ένα μικρό τραπεζάκι φτιαγμένο από κορμό δέντρου, πίνοντας ένα ποτήρι τσίπουρο με μερικά κομμάτια χέλι που είχαν περισσέψει από το μεσημέρι και καυτερές πιπεριές τουρσί που τις έβγαζε από ένα μπουκάλι του νερού.

Η φωνή του μουεζίνη που καλούσε τους πιστούς στη βραδυνή προσευχή έσπασε απότομα την ησυχία: «ο Θεός είναι μεγάλος, ο Θεός είναι ένας και προφήτης αυτού ο Μωάμεθ»…

Το βλέμμα του σκλήρυνε, αγρίεψε μα δεν άλλαξε κατεύθυνση. Μίλησε χωρίς να με κοιτάει:

– Καμπάνες έπρεπε να χτυπούν εκεί, γαμώ την τύχη μου, όχι να ψέλνει ο χότζας… πονάει φίλε…

Δεν μίλησα. Όταν τον Χρήστο τον έπιανε το πατριωτικό καλά ήταν να μη μιλάς…

Ήρθε κι έκατσε απέναντί μου κοιτάζοντάς με απαιτητικά, ίσια στα μάτια.

-Έχεις ρίζα από την Αίνο, έτσι δεν είναι;

-Ναι. Η γιαγιά μου, απ’ της μάνας μου το σόι, κοπελούδα έφυγε από ‘κεί.

-Σπίτι έχεις εκεί; Πήγες να το βρεις;

-Πήγα. Το βρήκα. Δεν έμεινε κανείς μετά που φύγανε οι δικοί μας. Το κράτησε σε καλή κατάσταση η Τουρκάλα η γειτόνισσα, παιδική φίλη της γιαγιάς μου, περιμένοντας κάποιον να ξαναγυρίσει. Μού ‘δωσε και το κλειδί.

-Δεν σε πονάει που είναι Τούρκικη η πόλη, που ξένοι κατέχουνε το βιός σου;

-Χάσαμε τον πόλεμο, οι Έλληνες, Χρήστο. Υπογράψαμε τη συνθήκη της Λωζάνης.  Ότι έγινε με τους χριστιανούς απέναντι, έγινε με τους μουσουλμάνους στην από ‘δώ μεριά. Άγριο πράμα η ανταλλαγή των πληθυσμών, ξεριζωμός, μα έγινε, δεν αλλάζει πια. Συμφωνήσαμε, υπογράψαμε…

Με κοίταξε παραξενεμένος, σαν να τα άκουγε για πρώτη φορά ή σα να μην περίμενε να τ’ ακούσει από ‘μένα. Περίμενα ένα άγριο ξέσπασμα, περίμενα να μου βάλει τις φωνές, μα αντί γι’ αυτό μίλησε εντελώς ήρεμα, πλησιάζοντας το πρόσωπό του στο δικό μου:

-Οι Έλληνες δεν χάσαμε κανέναν πόλεμο, Γιώργη. Ούτε συμφωνήσαμε ούτε υπογράψαμε τη συνθήκη της ξευτίλας. Τον πόλεμο τον χάσανε και τις υπογραφές τις βάλανε αυτοί που κυβερνάγανε την Ελλάδα. Μα Έλληνες δεν ήτανε, όπως δεν είναι κι αυτοί που κυβερνούνε, υπογράφουν, καταστρέφουν τούτο τον τόπο και το λαό του  σήμερα.

Έγνεψα καταφατικά και σήκωσα το ποτήρι. Ήθελα να κλείσει αυτή η συζήτηση. Μείναμε σιωπηλοί για αρκετή ώρα, χαζεύοντας το ποτάμι και τ’ άστρα που καθρεφτίζονταν στην επιφάνειά του, ακούγοντας τον πρασινοκέφαλο να ψάχνει το ταίρι του, κάποιο τσακάλι να κράζει το κοπάδι, ένα νυχτερινό φτερούγισμα, κάποιο ψάρι που πήδηξε έξω απ’ το νερό… οι ήχοι του βάλτου, τόσο οικείοι, τόσο αγαπημένοι, τόσο διαφορετικοί κάθε φορά…

Ήρεμα, απρόσμενα απαλά, ανησυχητικά ήσυχος, έτσι όπως δεν το συνήθιζε καθόλου, λόγω του εκρηκτικού του χαρακτήρα ξανάπιασε την κουβέντα:

-Πως καταντήσαμε έτσι, οι Έλληνες, ρε Γιώργη, που δεν σηκώναμε τρίχα στον κώλο μας;  Εκείνο το «Του Έλληνα ο τράχηλος κτλπ» που πήγε; Το αντριλίκι, η παλικαριά μας που χάθηκαν; Τι γινήκαν οι αδούλωτοι, οι ανυπότακτοι, οι αδέσμευτοι;

-Δεν αλλάξαμε εμείς, φίλε. Οι καταστάσεις αλλάξανε. Οι συνθήκες είναι διαφορετικές πια. Όλος ο κόσμος άλλαξε κι αλλάζει. Κι εμείς κομμάτι αυτού του κόσμου είμαστε, μαζί του πορευόμαστε.

-Όταν πήγα στην υπηρεσία, συνέχισε σαν να μη με άκουσε, έκαμα μια συμφωνία με τούτο το κράτος. «Θα κάνεις αυτό κι αυτό», μου είπανε, «κι εμείς θα σε πληρώνουμε τόσο κι έτσι θα παίρνεις τις προαγωγές σου, έτσι τις αυξήσεις σου, αυτή θα είναι η ασφάλιση κι αυτή η εξασφάλισή σου». Συμφωνήσαμε, δώσαμε τα χέρια, βάλαμε υπογραφές.

Σήμερα μου ζητούν να κάνω περισσότερα απ’ όσα συμφωνήσαμε. Και τα κάνω, έτσι όπως τά ‘κανα πάντα. Όλη μου τη ζωή τους έδωσα, μ’ όποιο τρόπο μου ζητήσανε, 25 χρόνια τώρα.

10685437_10202495939079963_7004074059147838506_nΚι αυτοί, με το έτσι θέλω, πατούν το λόγο τους, γράφουν τη συμφωνία μας στα παλιά τους τα παπούτσια, μου μειώνουν το μισθό, μου κόβουν τα επιδόματα, με φτάνουνε στη φτώχεια και τη στέρηση. Κι άντε εμένα να με ψαλιδίσουνε. Υπάλληλός τους είμαι, το ταμείον είναι μείον, να μοιραστούμε τη ζημιά, να σωθεί το μαγαζί… ο πατέρας μου που του κόψανε τη σύνταξη; Πως βρε αλήτη βάζεις χέρι στη σύνταξη του γέρου; Δικά του λεφτά είναι, βρε κλέφτη, τά ‘χει πληρώσει, του τά ‘χεις κρατήσει για να του εξασφαλίσεις τάχαμου τα γεροντάματα, που αν τά ‘βαζε στην τράπεζα τόσα χρόνια, χρυσάφι θα ‘παιρνε σήμερα. Κλαίνε οι γερόντοι.  Δεν τα βγάζουν πέρα με τα ψίχουλα. Κι αυτό το κλάμα των γερόντων δε συχωριέται με τίποτα. Το ότι μας στέρησαν την αξιοπρέπειά μας δε συχωριέται με τίποτα.

Κι εμείς καθόμαστε και τους κοιτάμε. Κι εμείς δεν κάνουμε τίποτα. Υπομονή κι ελπίδα λέει.. Η υπομονή κι η ελπίδα μας φέρανε ως εδώ. Η υπομονή και η ελπίδα, φίλε, είναι οι μεγάλοι εχθροί των Ελλήνων σήμερα…

-Και τι να κάνουμε βρε Χρήστο, επανάσταση; ψέλισα απερίσκεπτα. Η επανάσταση δεν είναι εύκολο πράμα. Και θαρρώ πως δεν είναι πιά καιρός για επαναστάσεις…

Μπαρούτι ο Χρήστος…

-Όταν η διοίκησις βιάζει, αθετεί, καταφρονεί τα δίκαια του λαού και δεν εισακούει τα παράπονά του, το να κάμει ο λαός ή κάθε μέρος του λαού επανάστασιν, να αρπάζει τ’ άρματα και να τιμωρεί τους τυράννους του, είναι το πλέον ιερόν από όλα τα δίκαιά του και το πλέον απαραίτητον από όλα τα χρέη του…

-Που το βρήκες αυτό… Παπαδόπουλος;

-Βελεστινλής αστοιχείωτε. Επίκαιρος όσο ποτέ! Και ναι ρε, επανάσταση αν έτσι λέγεται το να διώξεις τους κατακτητές από τον τόπο σου, να υποχρεώσεις τον αφέντη να τηρήσει τη συμφωνία πού ‘χει κάμει, να απαιτήσεις πίσω την αξιοπρέπειά σου, το χαμόγελο του πατέρα, το χαρτζιλίκι του παιδιού σου… επανάσταση, μα ποιος να την κάμει που χαθήκανε οι Έλληνες…

-Δεν χαθήκανε οι Έλληνες. Εδώ είναι κι είναι ίδιοι όπως πάντα. Βράζει ο λαός…

-Σιγά μην του πεταχτεί το καπάκι!

-Βράζει, φίλε. Και κάποια στιγμή θα εκραγεί. Μα λείπουν οι ηγέτες. Οι Βελεστινλήδες κι οι Κολοκοτρωναίοι. Λείπει αυτός που θα πάει μπροστά. Εκεί την πατήσαμε, μείναμε χωρίς αρχηγό…

-Μπές εσύ. Κάνε το καθήκον σου σαν Έλληνας. Καλά τα λες, καλά τα γράφεις, το μυαλό σου κόβει, την πατρίδα την αγαπάς, τι παραπάνω είχανε αυτοί από σένα(!), ξυπόλητοι ήτανε μα είχανε ψυχή…

-Εντάξει, νόμιζα πως μιλούσαμε σοβαρά, εσύ με δουλεύεις… κανείς από μας δεν είναι άξιος ούτε ικανός να γίνει αρχηγός…

-Λάθος. Όλοι είμαστε. Κι εσύ, δεν είσαι ανάξιος, δεν είσαι λίγος, χέστης είσαι όπως όλοι…

Τη φυλακή φοβάσαι! Γιατί ξέρεις πως όλοι οι αληθινοί αρχηγοί των αληθινών Ελλήνων κατέληξαν στη φυλακή όπου τους κλείσανε οι «Έλληνες». Χέστης, αυτό είσαι!

-Εμπρός λοιπόν, εσύ που δεν είσαι, τράβα μπρός κι εγώ σ’ ακολουθώ. Προχώρα αρχηγέ των Ελλήνων…

Για χρόνια μετά απ’ αυτό το βράδυ τον πείραζα αποκαλώντας τον «αρχηγό των Ελλήνων». Κι όχι μόνο το δεχότανε το πείραγμα, μα κάποιες φορές, πάνω στο πιοτό του έκανε πως σοβάρευε κι έλεγε: «Ναι ρε, αφού είσαστε όλοι άχρηστοι, θα γίνω εγώ ο αρχηγός. Μια μέρα θα σας μαζέψω όλους στον Γκιαούρ-αντά κι από δω θ’ αρχίσει η απελευθέρωση»…

Χρόνια πριν απ’ αυτό, ένας Τούρκος ψαράς έμπαινε με το καΐκι του και ψάρευε μέσα στο Δέλτα. Κι άλλοι μπαίνανε και ακόμα μπαίνουν, στη θάλασσα δεν υπάρχουν συρματοπλέγματα και τα ψάρια δεν έχουν διαβατήριο. Μα ο συγκεκριμένος έκανε ζημιές. Καθιστή η μηχανή στο καΐκι, δεν είχε πόδι να σηκώσει, σκάλωνε δίχτυα και τα έκοβε, ρήμαζε τα νταούλια…

Μια προειδοποίηση, δεύτερη, όλες στο βρόντο. Του την έστησε ένα βράδυ ο Χρήστος, έκαμε ρεσάλτο, τον έδεσε, έδεσε και το καΐκι πίσω από την πλάβα του και τον έφερε σέρνοντας, να τον παραδώσει αρμοδίως. Απ’ όσο ξέρω τον αμολήσανε αυθημερόν. Κι έμεινε ο Χρήστος με το καμάρι πως έκαμε το καθήκον του και με τις δόσεις που χρεώθηκε για να αντικαταστήσει την εξωλέμβια που έκαψε, τραβώντας το πολύ μεγαλύτερο και βαρύτερο «κουρσεμένο» σκαρί  κόντρα στο ποτάμι.

Ζημιά πάντως μετά απ’ αυτό δεν ξανάγινε στα εργαλεία μας. Κι οι απέναντι του δώσανε τ’ όνομα «ντελή τζαντιρμά» που σημαίνει «τρελός χωροφύλακας»…

Αστυνομικός ήτανε ο Χρήστος. Απ’ όλες τις υπηρεσίες πέρασε, μα τα πιο πολλά χρόνια τά ‘κανε στην Τροχαία. Επιστήμων στη δουλειά του κι αγαπητός σε συναδέλφους και πολίτες. Όταν πρόπερσι, με την επιχείρηση «Ασπίδα»,  φτιάχτηκε η ειδική ομάδα για τη φύλαξη των συνόρων που έχει, επί τέλους και μετά από χρόνια αδράνειας, στη διάθεσή της σκάφη και μπορεί να κινείται μέσα στο βάλτο, τον Χρήστο τον αρπάξανε αμέσως. Ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση! Γνώριζε τον βάλτο όσο κανένας. Ήξερε και τα πιο κρυφά μονοπάτια του, τα μυστικά, τις παγίδες, τις παραξενιές του καιρού και του τόπου. Τα δίδαξε και στους άλλος, τους νεότερους. Μέσα σε περίπου ένα χρόνο η ομάδα αυτή σταμάτησε εντελώς τη διακίνηση λαθρομεταναστών μέσα από το Δέλτα του Έβρου. Έγινε η δουλειά με τον καλύτερο τρόπο.

Στην καλύτερη φάση της ζωής του κι ο Χρήστος. Τον βάλτο τούτο τον λάτρευε από παιδί. Τώρα είχε γίνει και ο χώρος εργασίας του. Μπορούσε πλέον να περνάει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του εδώ, έτσι όπως ονειρευότανε πάντα.

Φανατικός κι ακούραστος κυνηγός, δεν έχανε ευκαιρία για εξόρμηση. Φύγανε ένα πρωί, με κάτι φίλους απ τη Ζάκυνθο θαρρώ, να κυνηγήσουνε χήνες. Γυρίσανε αργά το μεσημέρι φορτωμένοι πουλιά.  Άνθρωποι, όπλα, θηράματα… όλα ένα πράμα, ζυμωμένοι με τη λάσπη, σκεπασμένοι με λάσπη απ’ την κορφή ως τα νύχια. Εκατοντάδες μέτρα σέρνονταν μέσα στα λασπωμένα οργώματα για να ζυγώσουν το κοπάδι. Ευτυχισμένος ο Χρήστος. Ο σκοπός επετεύχθη! Γερό παλικάρι, άντεχε στις κακουχίες και στο κοπιαστικό περπάτημα στο βούρκο. Κάναμε κυνήγια που γίνανε θρύλος και που θα τα θυμάμαι όσο ζω.

Μανιασμένος και με το ψάρεμα. Ο καλύτερος λαβρακοκυνηγός της περιοχής. Τα ξεκλήριζε τα λαβράκια, δεν τ’ άφηνε σε ησυχία. Σύντροφός του στα ψαρέματα η Χρύσα, η σύντροφός του στη ζωή. Άξια γυναίκα, δυνατή, πάντα στο πλάι του άντρα της, σε κρύα και σε παγωνιές, με μπουνάτσες και φουρτούνες, εκεί η Χρύσα, δίπλα του, μοιραζόταν τον αγώνα!

Ένα πρωί με Νοτιά δυνατό, κύματα – βουνά στο σκάσμα, πήγανε να σηκώσουν τα παραγάδια πού ‘χανε βάλει από βραδύς. «Τρελαθήκατε βρέ» τους φώναξα σαν τους είδα να περνούν, «που πάτε με τέτοιο καιρό; Παίρνεται το παραγάδι με τέτοια φουρτούνα;»

-Βάλε καφέ, μου απάντησε ο Χρήστος, σε μια ώρα είμαστε πίσω…

Γύρισαν πριν περάσει η ώρα. «Το χάσανε το παραγάδι» είχα σκεφτεί, «τους το πήρε η τρικυμία». Πρώτη ήρθε στην πόρτα η Χρύσα. «Ο φίλος σου έπιασε μια γοργόνα σήμερα» μου είπε σαν της άνοιξα. «Πάντα την είχε» απάντησα εγώ κι εκείνη χαμογελώντας, παρά τον πόνο, μού ‘δειξε το μεγάλο αγκίστρι βαθιά καρφωμένο στο δάχτυλό της με το παράμαλλο να κρέμεται. Με ρώτησε αν μπορούσα να το βγάλω, της είπα πως θα το’ κανα αν άντεχε τον πόνο. Μα ο πόνος δεν αντέχονταν κι έτσι πήγε στο νοσοκομείο. Δεν ήτανε η πρώτη φορά. Γιομάτα τα δάχτυλά της τρύπες απ’ τ’αγγίστρια, γιομάτη η καρδιά της αγάπη για τον άνθρωπό της και για τον βάλτο μας…

«Τυχερέ» είχα πεί κάποτε στο Χρήστο, «πρώτο νούμερο λόττο πέτυχες. Καλή γυναίκα, καλό συντροφάκι, σου στέκεται».

-Ναι. Και μ’αγαπάει, μα να δούμε πότε θα τελειώσει η υπομονή της, έτσι που την τυραννώ και θα μου κόψει το κεφάλι στον ύπνο, μου απάντησε βροντογελώντας.

Όπου πετύχαινε πουλιά ή ψάρια μ’ έπαιρνε τηλέφωνο να με ενημερώσει, να πάω να πιάσω κι εγώ. Και μού ‘δινε την πληροφορία αφού μ’ έβαζε να υποσχεθώ πως δεν θα το ‘λεγα σε κανέναν. Κι ύστερα το ‘λεγε μόνος του σ’ όλους, γιατί αυτός ήταν ο Χρήστος.  Ήταν ο Χρήστος όλων και ήταν εκεί για όλους, πρόθυμος πάντα να συνδράμει, να βοηθήσει, να συμπαρασταθεί σε όλους, μοιραζόταν τα πάντα με όλους, χωρίς ποτέ να κοιτάει το προσωπικό του συμφέρον.

Μα την πληροφορία πρώτα απ’ όλους κι αυτό δεν ξεχνιέται, την έδινε σ’ εμένα….

Μια διαφωνία είχαμε μόνιμη, ένα χάσμα αγεφύρωτο! Εκείνος επέμενε πως το λαβράκι ψαρεύεται καλύτερα με την πετονιά στο χέρι, εγώ δεν άφησα ποτέ το spinning καλαμάκι μου, που όμως με την καθοδήγησή του είχα διασκευάσει σε υπερόπλο ψαρέματος λαβρακιού στις ιδιαίτερες και ιδιόρρυθμες συνθήκες του Δέλτα…

Ένα απομεσήμερο, που τά ‘χαμε πιεί με παρέα στην καλύβα του, στο τσακίρ – κέφι ο Χρήστος, χόρευε πάνω στο πατάρι. Κάποιος του φώναξε πως θα παραπατήσει και ή θα πέσει στη βάρκα, δίπλα και θα χτυπήσει ή θα πέσει στο ποτάμι και θα τον παρασύρει…

Σταμάτησε, ακινητοποιήθηκε με τα χέρια σηκωμένα, έτσι όπως χόρευε, με το ‘να πόδι στον αέρα και είπε με τη βροντερή του φωνή:

-«Η ζεϊμπεκιά μωρέ, είναι χορός αντρίκιος. Όποιος φοβάται να μη την χορεύει! Χορεύεται με την ψυχή, όχι με τα πόδια. Τα πόδια και τα χέρια βοηθούν, μα η ψυχή είναι που χορεύει. Κι η ψυχή δεν παραπατά, δε χάνει το βήμα της. Ή αν το χάσει, είτε σε πατάρι είσαι είτε σε πουπουλένιο γήπεδο θα πέσεις και θα τσακιστείς» και συνέχισε το χορό του σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Κι όταν το τραγούδι τέλειωσε… έδωσε μια και βούτηξε στην Ευθυγράμμιση κι όταν κατάφερα να τον φτάσω με τη βάρκα κάνα χιλιόμετρο πιο κάτω, σκασμένος στα γέλια: «και τι έγινε, ρε χέστες; Έπαθα κάτι; Ευλογία είναι το νερό του ποταμού»…

-Όχι, τίποτα δεν έπαθες. Εγώ έπαθα που άφησα το ποτηράκι μου και τρέχω να σε μαζεύω, τρελαμένε…

Και κάτσαμε εκεί και σκάσαμε στα γέλια, ώρα πολλή, αφήνοντας τους άλλους να περιμένουν και ν’ ανησυχούν.

Το σούρουπο της 3ης δεκεμβρίου του 2014, ο Χρήστος ο Καράμπελας έφυγε από μια καλύβα όπου του κάνανε το τραπέζι, για να γυρίσει κάνα μίλι πιο πάνω στη δική του καλύβα, ήθελε να ψαρέψει το πρωί. Την προηγούμενη μέρα ήταν υπηρεσία, την μεθεπόμενη θα ήταν πάλι, μα δεν τον χόρταινε το βάλτο…

Την άλλη μέρα η βάρκα του βρέθηκε μόνη, σκαλωμένη σε μια συστάδα από καλάμια. Κατά πως φαίνεται, πηγαίνοντας προς την καλύβα, κόντρα στο αφηνιασμένο, πλημμυρισμένο ποτάμι, χτύπησε σε κάποιο απ’ τα τεράστια δέντρα που ξεριζώνει και κουβαλά ο ποταμός όταν θυμώνει. Τα φρέσκα είναι με τα κλαδιά τους, τα βλέπεις, φυλάγεσαι. Αυτά που βολοδέρνουν καιρό μέσα στο νερό έχουν χάσει τα κλαδιά τους, έχουν βαρύνει, δεν φαίνονται. Ύπουλες, επικίνδυνες παγίδες. Κι ο βάλτος είναι σκληρός κι αμείλικτος, δεν επιτρέπει λάθη…

Τον ψάξαμε μέρα και νύχτα. Τον ψάξαμε με σκάφη, με ελικόπτερα, ήρθαν οι αρμόδιες υπηρεσίες, εθελοντές, οι συνάδελφοί του, γνωστοί και φίλοι… άφαντος. Μα συνεχίσαμε να ψάχνουμε. Κανείς δεν πίστεψε, παρά τις ακραίες καιρικές συνθήκες και την φοβερή πλημμύρα που έκανε ζημιές σ’ όλο το Νομό, πως χάθηκε ο Χρήστος. Ήξερε καλά το βάλτο και ήξερε καλά πώς να επιβιώσει. Και ήταν δυνατός. Όσο μαλακή ήταν η ψυχή του, τόσο κι άλλο τόσο σκληρό και σκληραγωγημένο ήταν το κορμί. «Διασταύρωση καρδερίνα με τραχτέρ» τον αποκαλούσα και μ’ έβριζε…

Πριν τρία χρόνια, παγωμένος ο βάλτος, μείον δεκατέσσερις βαθμοί, προσπαθώντας να σπάσει τον πάγο και να περάσει τη λίμνη των νυμφών, γλίστρησε στην κρυσταλλωμένη κουπαστή της πλάβας κι έπεσε στο νερό. Σουρούπωνε. Βρεμένος, σε τόσο χαμηλή θερμοκρασία, δεν έχασε τον έλεγχο. Χώθηκε στα καλάμια, έφτιασε γιατάκι και περίμενε να περάσει κάποια βάρκα, να τον βοηθήσει. Σκληρό καρύδι… γερό σκαρί. 13 ώρες περίμενε. Κι έτυχε ο πρώτος που πέρασε από ‘κει να είμαι εγώ. Τον πήρα στην καλύβα και τον ξεπάγωσα. «κακό σκυλί ψόφο δεν έχει» του είχα πεί.

-«Τυχερός ήμουν», μου απάντησε και μου ζήτησε να μη μιλήσω σε κανέναν για το περιστατικό…

Και δεν μίλησα μέχρι σήμερα. Μα σήμερα, που η τύχη του Χρήστου σώθηκε πιά, μπορώ να το πω.

Έντεκα – δώδεκα μέρες μετά που τον χάσαμε (δεν θυμάμαι, ο πόνος θόλωσε το μυαλό) το σώμα του βρέθηκε να αρμενίζει στο πέλαγο, πέρα απ’ την Αλεξανδρούπολη, μακριά από το βάλτο, που τόσο αγάπησε. Η ψυχούλα του αρμένισε για τα παντοτινά κυνηγοτόπια τ’ ουρανού και τους ήσυχους ψαρότοπους του Παράδεισου…

Η ζωή του έμεινε εδώ. Εδώ, στον τόπο αυτό που λάτρεψε, που ρούφηξε την ομορφιά και την αγριάδα του μ’ όλες του τις αισθήσεις και μ’ όλη του τη δύναμη, εδώ, έτσι όπως ήθελε, άφησε  την τελευταία του πνοή. Και θα δίνει ζωή στις επόμενες γενιές των σκληροτράχηλων και κρυφά ευαίσθητων ανθρώπων του βάλτου, περνώντας σαν παραμύθι, γενιά με τη γενιά, από στόμα σε στόμα, όταν, κάποια βράδια, κάποιοι αλαφροΐσκιωτοι  που ο θόρυβος της γεννήτριας τους ενοχλεί και κάθονται στο φως της γκαζόλαμπας, θα θυμούνται και θα μιλούν για το Χρήστο τον Καράμπελα…

Και τα νερά αυτού του βάλτου, που σε πήρανε για πάντα μακριά μας, θα είναι πιο καθάρια από δω και μπρός. Και θα ‘ναι πιο γλυκά, καθαρέ, γλυκέ μου φίλε…

Όλα έγιναν όπως έπρεπε.

Μέσα σε πολλή βροχή, έτσι όπως έπρεπε, γιατί η βροχή είναι ο καιρός που πρέπει σε μιά κηδεία, δεν πάει, δεν ταιριάζει η λιακάδα με το θάνατο…

Ήταν όλοι εκεί. Ο αρχηγός των Ελλήνων μας μάζεψε όλους, έτσι όπως είχε πει…

Το τιμητικό άγημα… «πυρ»… μια ομοβροντία… ύστερα μια δεύτερη, μια τρίτη….

Κι ύστερα οι ομπρέλες άρχισαν να κλείνουν μία – μία και μείναμε όλοι στη βροχή… γιατί αυτό ήταν το τελευταίο που θα μοιραζόμασταν με το Χρήστο τον Καράμπελα…

Και ενώσαμε το δάκρυ μας με τις σταγόνες της βροχής και το ρίξαμε στον λάκκο.

Την ώρα που το σφραγισμένο φέρετρο κατέβαινε στον μουσκεμένο λάκκο, τα νερά του πλημμυρισμένου ποταμού περνούσαν τις πόρτες, πλημμύριζαν τις καλύβες του Γκιαούρ-αντά…

Καλό Παράδεισο φίλε. Χαζομάρες! . Δέν υπάρχει κακός Παράδεισος.

Ο Παράδεισος είναι Παράδεισος και είναι μόνο καλός. Και ο Χρηστάκης είναι εκεί πιά…

…μα τόσο απότομα, τόσο απροσδόκητα, τόσο άκαιρα…

Πονάει φίλε.

Καλό σου ταξίδι παλικάρι μου. Καλήν αντάμωση1511024_10202495940119989_8634869602935215871_n

Γιώργος Κ. Αποστολόπουλος

evrodelta@gmail.com

Υ.Γ.  δεν είναι επικήδειος, δεν είναι μνημόσυνο το κείμενο αυτό. Είναι ένα μικρό κομμάτι της ιστορίας ενός αληθινού, τίμιου, καθαρού άντρα, καλού πατριώτη, πραγματικού Έλληνα, πολύτιμου κι αξέχαστου φίλου και συνκυνηγού.

Και είναι ένα χρέος απέναντι στον Παναγιώτη, που έμεινε στα 13 του ο άντρας του σπιτιού, να το’χει, να θυμίζει σ΄όσους τολμήσουν να ξεχάσουν, τον αρχηγό των Ελλήνων…

Advertisements
Σχολιάστε

Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφού εγκριθεί και εφόσον δεν περιέχει υβριστικά σχόλια και αυθαίρετους χαρακτηρισμούς.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: